ήρωας


ήρωας
[ироас] ουσ. а. герой,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ήρωας" в других словарях:

  • ήρωας — Mυθικό ον, στο οποίο αποδιδόταν λατρεία στην αρχαία ελληνική θρησκεία. Ο ή. διακρινόταν από τη θεότητα, γιατί τον θεωρούσαν θνητό και μόνο μετά τον θάνατό του –έναν θάνατο συχνά ασυνήθιστο– αποκτούσε την ικανότητα να βοηθάει στις ανάγκες τους… …   Dictionary of Greek

  • ήρωας — ο θηλ. ηρωίδα 1. αυτός που ξεχωρίζει για τις ικανότητές του και τις ασυνήθιστα γενναίες πράξεις του: Ήρωας του τρωικού πολέμου. – Ήρωες της ελληνικής επανάστασης. 2. αυτός που υπηρετεί ένα υψηλό σκοπό μέχρι αυτοθυσίας: Ήρωας της επιστήμης. 3. ο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἥρωας — ἥρω̆ας , ἥρως hero masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορφύρης — Ήρωας τραγουδιών του ακριτικού κύκλου, των παλιότερων ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, που υμνούν τους αγώνες των ακριτών εναντίον των Αράβων στη διάρκεια των σκληρών συγκρούσεών τους με το Βυζάντιο τον 9o και 10o αι. Σ’ ένα από τα άσματα αυτά… …   Dictionary of Greek

  • Σίσυφος — Ήρωας της ελληνικής μυθολογίας, περίφημος για την πανουργία του. Ήταν γιος του Αίολου, κύριος της Εφύρας και ιδρυτής της Κορίνθου. Κατά το μύθο, ο Σ. είχε καταφέρει να εξαπατήσει το θάνατο και τον ίδιο τον Άδη, το θεό του κάτω κόσμου,… …   Dictionary of Greek

  • μηριόνης — Ήρωας του Τρωικού πολέμου, που αναφέρεται σε πολλά σημεία της Ιλιάδας. Ο Όμηρος τον περιγράφει ως συνετό, γενναίο και επιδέξιο πολεμιστή. Καταγόταν από την Κρήτη και ήταν στενός φίλος του Ιδομενέα, τον οποίο όμως σκότωσε κατά λάθος, σκοπεύοντας… …   Dictionary of Greek

  • Αγκύλας — Ήρωας των ακριτικών επών. Μονομαχεί με τον Διγενή για ένα ωραίο φαρίν (άλογο) και τον νικά. Σε δεύτερη όμως μονομαχία μαζί του, ο Α. σκοτώνεται …   Dictionary of Greek

  • Αλή Μπαμπάς — ήρωας του παραμυθιού Ο Α. Μ. και οι σαράντα κλέφτες της συλλογής Χίλιες και μία νύχτες. Χάρη στη σκλάβα του, Μοργκάνα, κατάφερε να σκοτώσει τους σαράντα ληστές και να πάρει έτσι τον αμύθητο θησαυρό τους, που φύλαγαν σε ένα σπήλαιο με μαγική… …   Dictionary of Greek

  • Αρμούρης — Ήρωας του πιο παλιού νεοελληνικού ιστορικού έπους, με τίτλο Του Αρμούρη (βλ. λ.) …   Dictionary of Greek

  • Μούνιχος — Ήρωας, επώνυμος του λιμανιού της Μουνιχίας, ενός από τα στρατιωτικά λιμάνια του Πειραιά. Ήταν γιος του Παντακλή ή Πεντευκλή. Σύμφωνα με μια εκδοχή, όταν οι Θράκες τον έδιωξαν από τον Ορχομενό, πήγε με τους οπαδούς του Μινύες και εγκαταστάθηκε… …   Dictionary of Greek